Ουκρανική επανάσταση του 2014

Η ουκρανική επανάσταση του 2014 (ουκρανικά: 2014 Українська революція‎‎, 2014 Ukrayinsʹka revolyutsiya), επίσης γνωστή ως Επανάσταση της Αξιοπρέπειας, ξέσπασε στην Ουκρανία τον Φεβρουάριο του 2014, με διαδηλώσεις κατά της διαφθοράς, του αυταρχισμού, της εγκληματοποίησης του κράτους, και λόγω της άρνησης του προέδρου της χώρας Βίκτορ Γιανουκόβιτς να συνεχίσει την ενταξιακή πορεία της Ουκρανίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, λόγω των στενών του σχέσεων με τη Ρωσία.[1]

Συγκρούσεις διαδηλωτών με αστυνομικές δυνάμεις στο Κίεβο, 18 Φεβρουαρίου 2014

Μετά από μια σειρά βίαιων συγκρούσεων που προκάλεσαν οι ειδικές δυνάμεις της αστυνομίας Μπερκούτ στην πρωτεύουσα της χώρας, Κίεβο, εναντίων των χιλιάδων διαδηλωτών, το Κοινοβούλιο της Ουκρανίας κατέληξε στην αποπομπή του προέδρου Γιανουκόβιτς.

Είναι άξιο να σημειωθεί η υπέρμετρη χρήση βίας από πλευράς αστυνομίας, από την πρώτη ημέρα των διαδηλώσεων, που οδήγησε στην τοποθέτηση ελεύθερων σκοπευτών και στην εκτέλεση διαδηλωτών από αυτούς.[εκκρεμεί παραπομπή] Από τα όπλα των μη αναγνωρισμένων ελεύθερων σκοπευτών, δολοφονήθηκαν περισσότεροι από 100 πολίτες, που αργότερα ονομάστηκαν τιμητικά ως "Nebesna Sotnya" ("Ουράνιοι Εκατό").

Διαδοχικές ουκρανικές κυβερνήσεις κατά τη δεκαετία του 2000 επιδίωξαν μια στενότερη σχέση με την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ)[2][3]. Η κυβέρνηση Γιανουκόβιτς διαπραγματεύτηκε μια συμφωνία σύνδεσης της Ουκρανίας με την Ευρωπαϊκή Ένωση από το 2012[4]. Μια τέτοια ολοκληρωμένη εμπορική συμφωνία με την ΕΕ θα είχε αντίκτυπο στις εμπορικές συμφωνίες της Ουκρανίας με τη Ρωσία, τον μεγαλύτερο εμπορικό εταίρο της Ουκρανίας εκείνη την εποχή[5]. Ο Γιανουκόβιτς πίστευε ότι οι επιπλοκές θα μπορούσαν να αντιμετωπιστούν και δήλωνε ότι σκόπευε να συνάψει τη συμφωνία[6], αλλά συνεχώς την ανέβαλε[7]. Η παρελκυστική αυτή τακτική ερμηνεύτηκε ως απόπειρα να ακυρωθεί η υπογραφή της συμφωνίας και οδήγησε σε ένα κύμα διαμαρτυριών που έγινε γνωστό ως το κίνημα «Euromaidan»[8]. Οι συγκρούσεις μεταξύ διαδηλωτών και αστυνομίας έγιναν βίαιες και είχαν ως αποτέλεσμα το θάνατο περίπου 130 ανθρώπων, συμπεριλαμβανομένων 18 αστυνομικών[9]. Καθώς οι εντάσεις αυξήθηκαν, η προσωπική ασφάλεια του προέδρου θεωρήθηκε επισφαλής[10] και στις 22 Φεβρουαρίου έφυγε από το Κίεβο και μετέβη στη Ρωσία[8]. Οι διαδηλωτές πήραν τον έλεγχο διαφόρων κτηρίων της πρωτεύουσας. Την ίδια ημέρα, το κοινοβούλιο αποφάσισε την παύση του προέδρου Γιανουκόβιτς, με ψήφους 328 έναντι 0[11][12][13]

Ο Γιανουκόβιτς δήλωσε ότι αυτή η ψηφοφορία ήταν παράνομη και ενδεχομένως εξαναγκασμένη, και ζήτησε βοήθεια από τη Ρωσική Ομοσπονδία[14]. Η Ρωσία θεώρησε την ανατροπή του Γιανουκόβιτς παράνομο πραξικόπημα και δεν αναγνώρισε την προσωρινή κυβέρνηση. Ευρείες διαμαρτυρίες, τόσο υπέρ όσο και κατά της επανάστασης, σημειώθηκαν στις ανατολικές και νότιες περιοχές της Ουκρανίας, όπου ο Γιανουκόβιτς είχε προηγουμένως λάβει ισχυρή υποστήριξη στις προεδρικές εκλογές του 2010. Αυτές οι διαμαρτυρίες κλιμακώθηκαν, με αποτέλεσμα ρωσική στρατιωτική εισβολή[15][16] και την ίδρυση των αυτοανακηρυγμένων δημοκρατιών του Ντονέτσκ και Λουγκάνσκ.

Η ρωσική κυβέρνηση χρόνια «χορηγούσε» τον Γιανουκόβιτς, να διαλύει τον ουκρανικό στρατό ταυτόχρονα χορηγούσε και κάποιες παράνομες οργανώσεις στην Ανατολική Ουκρανία που στόχο είχαν τη διάσπαση του κράτους, τέτοιες οργανώσεις η Ρωσία έκανε και στην Κριμαία. Μετά την ανατροπή του Γιανουκόβιτς, η Ρωσία εφάρμοσε το προσχεδιασμένο σενάριο για να πάρει ουσιαστικά τη μισή Ουκρανία και να δημιουργήσει τη λεγόμενη Νοβοροσίγια, αυτό δεν της βγήκε, καθώς οι Ουκρανοί προέβαλαν αντίσταση. Η ρωσική προπαγάνδα βάφτισε την επανάσταση ως «πραξικόπημα» πράγμα που δεν συνιστά αλήθεια καθώς την εξουσία πήρε το νόμιμος εκλεγμένο κοινοβούλιο, την προσωρινή προεδρία ανέλαβε όπως και προνοεί το Σύνταγμα ο Πρόεδρος της Βουλής Ολεξάντρ Τουρτσίνοφ, προκηρύχθηκαν νέες εκλογές όπου τη νίκη πήρε ο Πετρό Ποροσένκο. Στο διάστημα αυτό η Ρωσία είδη είχε εισβάλει στην Κριμαία και στο Ντόνμπας.

Ο Πέτρο Ποροσένκο έγινε πρόεδρος της Ουκρανίας μετά από μεγάλη νίκη του στις προεδρικές εκλογές του 2014. Η νέα κυβέρνηση επανέφερε τις τροποποιήσεις του 2004 στο ουκρανικό σύνταγμα που είχαν καταργηθεί με προβληματικό τρόπο ως αντισυνταγματικές το 2010[17] (τροποποιήσεις που στερούσαν κάποιες εξουσίες από τον πρόεδρο)και ξεκίνησε μια μεγάλης κλίμακας εκκαθάριση δημοσίων υπαλλήλων που συνδέονταν με τη διαφθορά και το ανατραπέν καθεστώς[18][19][20].


Παραπομπές